διαιρώ


διαιρώ
[диэро] р. разделять, производить раздел, (μα#.) делить.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαιρώ" в других словарях:

  • διαίρω — (AM) [αίρω] μσν. παίρνω μαζί μου κάτι κρυφά από τους άλλους αρχ. 1. ανυψώνω, εγείρω, σηκώνω 2. εξεγείρω, παρακινώ 3. μεταφέρω, μετακινώ 4. διαίρομαι α) διογκώνομαι, ανυψώνομαι β) (η μτχ. παρακμ.) διηρμένος αυτός που έχει μεγαλοπρεπές ύφος …   Dictionary of Greek

  • διαιρώ — διαιρώ, διαίρεσα βλ. πίν. 76 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαιρώ — (AM διαιρῶ, έω) [αιρώ] 1. χωρίζω σε μέρη, κατατέμνω, μερίζω 2. εκτελώ την πράξη τής διαίρεσης 3. διχάζω, προκαλώ διχόνοια, διασπώ την ενότητα («διαίρει και βασίλευε» φρόντιζε να σπέρνεις τη διχόνοια ανάμεσα στους εχθρούς σου, ώστε να κυβερνάς… …   Dictionary of Greek

  • διαιρώ — διαίρεσα, διαιρέθηκα, διαιρεμένος 1. χωρίζω σε ίσα μέρη, καταμερίζω: Η πόλη μας διαιρείται σε πέντε δήμους. 2. (μαθημ.), η πράξη της διαίρεσης ενός αριθμού. 3. προκαλώ τη διχόνοια, τη φιλονικία: Διαίρει και βασίλευε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαιρῶ — διαιρέω take apart pres subj act 1st sg (attic epic doric) διαιρέω take apart pres ind act 1st sg (attic epic doric) διαιρέω take apart pres subj act 1st sg (attic epic doric) διαιρέω take apart pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαίρετον — διαίρω raise up pres imperat act 2nd dual διαίρω raise up pres ind act 3rd dual διαίρω raise up pres ind act 2nd dual διαίρω raise up imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηρμένα — διαίρω raise up perf part mp neut nom/voc/acc pl διηρμένᾱ , διαίρω raise up perf part mp fem nom/voc/acc dual διηρμένᾱ , διαίρω raise up perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιρομένων — διαίρω raise up pres part mp fem gen pl διαίρω raise up pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιρόμενον — διαίρω raise up pres part mp masc acc sg διαίρω raise up pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιρόντων — διαίρω raise up pres part act masc/neut gen pl διαίρω raise up pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)